Τραγουδάτε στο super market; Εγώ; Παντού! Τραγουδάω παντού! Σε βαθμό που οι δίπλα μου συχνά πυκνά με μαλώνουν….. «ΣΣΣ…Μας ακούνε!!!», μου λένε. Ε μα γι’ αυτό τραγουδάω. Για να μ’ ακούσουν και επειδή μου αρέσει. Και το ότι με ακούνε μπορεί να έχει μια ευχάριστη εξέλιξη κοινωνικότητας ή το λιγότερο μπορεί να δώσει λίγο χρώμα στην καθημερινότητα των «μουντρούχων». Μπορεί όπως λέει και ένα παλαιό τραγούδι, να τους πάρει προσωρινά την απόγνωση.

Όπως για παράδειγμα το Σάββατο, όταν τα ηχεία του super, άρχισαν να παίζουν το “Μάτια μπλέ». Ξέρετε….. Πάριος. Έ είναι να μην τραγουδήσεις; Και μαζί μ’ εμένα πρόσεξα και η περασμένης ηλικίας, κομψή, με άψογα βαμμένο μαλλί και με μπαστουνάκι στο ένα χέρι, κυρία που στέκονταν μπροστά στον πάγκο με τα ζυμαρικά. Και όταν ενώσαμε τις φωνές μας και ανεβάζαμε την ένταση, περιέργως, σαν να μας άκουσαν, ανέβηκε και η ένταση στα ηχεία. «Τους μερακλώσαμε» είπα στην κυρία. Με κοίταξε με αμφιβολία… «Τι;». «Μάλλον για να μην ακουγόμαστε….» είπε!!!

Στο ταμείο… «Καθυστέρησες». «Είχε πολύ κόσμο στο ταμείο». Στ’ αλήθεια, πόσες φορές έχει ειπωθεί αυτός ο διάλογος μεταξύ συζύγων. Ιδίως όταν είναι Σάββατο η καθυστέρηση στο ταμείο είναι μεγάλη και σίγουρη (σαν μια παλιά διαφήμιση..). Λιγότερο χρόνο κάνω πάντα όταν μια κυρία, τσαούσα, όχι η ίδια πάντα εννοείται, η οποία είναι πίσω μου μόλις φτάσει στο ταμείο φωνάζει και ζητά ν’ ανοίξει κι άλλο. Έτσι και το Σάββατο. «Βάλτε ένα ταμείο» φώναξε. «Κυρία Χατζητάδε, στο ταμείο σας παρακαλώ», είπαν απ τα μικρόφωνα και η κυρία έσπευσε πρώτη, περνώντας πάνω από πόδια… και από το δικό μου. «Συγγνώμη» μου πέταξε. «Τι λέτε κυρία μου, η χαρά είναι όλη δική μου» είπα εγώ, για το χρόνο που θα γλιτώναμε!!

Η σειρά…. Και όπως κάθε φορά, όταν έρχεται η σειρά σου στο ταμείο, εμφανίζεται κάποιος με ένα μόνο προϊόν ή παιδί στην αγκαλιά, ο οποίος και θέλει να προηγηθεί. Λογικά του επιτρέπεις. Σε μένα ήταν ένας υπέργηρος, τρεμάμενος παππούς, όχι με ένα προϊόν, αλλά με ένα καλάθι με λιγοστά. Του επέτρεψα όχι μόνο να περάσει, αλλά του άδειασα και το καλάθι. Με ευχαρίστησε τρις, πλήρωσε και ξεκίνησε το «μακρύ ταξίδι» του για να βγει έξω. Σε κανένα δίωρο θα ‘ναι στο σπίτι του, σκέφτηκα. Ανέβασα τα πράγματά μου στο ταμείο και μετά από λίγη ώρα με πολλές τσάντες στα χέρια έβγαινα απ’ την πόρτα. Μπροστά μου ακριβώς μ’ ένα μηχανάκι περνούσε τότε ο παππούς που άφησα να προηγηθεί. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε λοξά. Με ευχαρίστησε ξανά. Αν ήξερε τί είχα σκεφτεί θα έλεγε  «δυό ώρες έ;;; Γατάκι!!!».

ΥΓ1. Για τους σφετεριστές που αμαυρώνουν. Μπέτυ είναι μόνο μία!

γράφει η Μπέτυ από τη Θεσσαλονίκη

Δικό σας: