Τον τελευταίο καιρό που το έχω ρίξει στο περπάτημα μέσα στην πόλη θυμήθηκα μυρωδιές που μου ξύπνησαν παιδικές αναμνήσεις. Αγαπημένες καλοκαιρινές μυρωδιές που ξεκλείδωσαν το χρονοντούλαπο. Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε εσάς αλλά εγώ έχω συνδυάσει πρόσωπα, εποχές και  μέρη με μυρωδιές. Και υπάρχουν κάποιες που πότισαν τα ρουθούνια μου, γέμισαν την ψυχή μου και ξεθάβουν εικόνες από το παρελθόν.

Μύρισε σύκα ο Αύγουστος. Θυμάμαι να περιμένω αυτόν τον μήνα με λαχτάρα για να φάω το πιο αγαπημένο μου φρούτο. Στην αυλή της γιαγιάς μου της Γενοβέφας είχε μια συκιά που φούντωνε και γέμιζε σύκα και πήγαινα με την σακουλίτσα μου να την γεμίσω.  Πόση χαρά και γλύκα έσταζαν εκείνα τα σύκα!

Άλλες φορές στάμπαρα τις συκιές της γειτονιάς και χωρίς φόβο και με πάθος ορμούσα έξω από τις αυλές των σπιτιών.  Μη φανταστείτε ότι ήμουν μόνη σε όλο αυτό. Το έγκλημα στις γειτονιές ήταν οργανωμένο με κανονική συμμορία συνομηλίκων και ίσως κανέναν μεγαλύτερο αδερφό για βοηθό. Ένας σκαρφάλωνε στα κάγκελα και πατούσε τα κλαδιά προς τα κάτω, ένας τα κρατούσε κάτω μην εκτοξευθούν και μας βγουν τα μάτια (καλύτερα να σου βγει το όνομα παρά το μάτι σε αυτή την ηλικία) και ένας μάζευε τα σύκα. It takes 3 τουλάχιστον και όσοι άλλοι πιστοί προσέλθετε για την ιστορία.

Δεν μας ένοιαζε που θα μας μάλωναν οι ιδιοκτήτες γιατί κατά την σοφή πλην παιδική μας γνώμη  ό, τι ήταν έξω από την αυλή ανήκε στο λαό.  Και μπορεί εκείνο το άσπρο σαν γάλα που έβγαζαν να μας αηδίαζε παρόλα αυτά ο αγώνας για να βρούμε το πιο νόστιμο σύκο που θα έβγαινε η φλούδα με τη μία και θα το τρώγαμε με μία χαψιά, συνεχιζόταν μέχρι την ώρα που μας κυνηγούσε ο «παππούς» του σπιτιού που τώρα θα τον λέγαμε σαρανταπεντάρη.

Στον δρόμο που περπατάω έχει κάτι συκιές αντικριστές που τα κλαδιά τους βγαίνουν από τα σπίτια και αν απλώσω τα δυο μου χέρια  φτάνω να πάρω πολλά. Πολλά δεν θέλω, θέλω εκείνο το ένα που θα «κλέψω» και θα φάω στο πεζούλι, θα λερωθώ και θα κοιτάω τριγύρω αν με βλέπει κανείς.

Εχθές που περνούσα είδα πολλά υποψήφια αλλά μάντεψε… ντράπηκα. Επειδή όμως η σκέψη μου κάθε φορά που περνάω είναι καρφωμένη στα σύκα που σε λίγο θα πέσουν και θα πάνε χαράμι, είμαι πολύ κοντά στην ώρα που θα ανεβάσω τη σέλφι της κλέφτρας των σύκων.